Nightfall – Martyrs Of Darkness

Nightfall – Martyrs Of Darkness

Με αφορμή την επερχόμενη συναυλία των NIGHTFALL στην Αθήνα, αυτό το Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021, το THE GALLERY φέρνει στην επιφάνεια την συνέντευξη που είχε δώσει ο Ευθύμης Καραδήμας στο THE GALLERY Web Radio. Σε μια πολύ ιδιαίτερη κουβέντα, ο Γιάννης Τζιάλλας φίλοξένησε τον Ευθύμη στην εκπομπή Metal-Axis και όσα ειπώθηκαν ήταν άκρως ενδιαφέροντα! Διαβάστε περισσότερα στην συνέντευξη που ακολουθεί….


Καλησπέρα Ευθύμη. Ξεκινώ με κάτι ενδιαφέρον που συζητούσαμε στο group του The Gallery στο facebook. Ο Tom Warrior σε μια συνέντευξή του έλεγε σχολιάζοντας τον ακραίο ήχο πως διαφορά του τότε με το τώρα είναι πως τώρα δεν υπάρχει ειλικρίνεια, δεν υπάρχει επικινδυνότητα στον ακραίο ήχο, ότι τα πράγματα είναι υπερβολικά «σωστά» και ότι πλέον δεν υπάρχει η διάθεση να εξερευνήσουμε τη μουσική στα άκρα. Παίρνοντας αφετηρία από αυτό το σχόλιο και με βάση την προσωπική σου εμπειρία, τι θα έλεγες  σε σχέση με την Ελληνική σκηνή στα τέλη 80 αρχές 90; Πώς γεννήθηκε, πώς πήρε διαστάσεις, και πώς η ελληνική ταυτότητα στον ακραίο ήχο έφτασε να γίνει γνωστή στο εξωτερικό και εξελιχθεί μέχρι σήμερα; Μέσα στο δίκτυο των μεγάλων εταιρειών έπρεπε να γίνουν αναγκαστικοί συμβιβασμοί;

Ευθύμης: Το συμβιβασμό εμείς δεν τον κάναμε ποτέ για τον απλό λόγο ότι μπήκαμε μέσα σε αυτή τη μουσική σαν οπαδοί. Μπήκαμε λόγω των κοινωνικών καταστάσεων που βιώναμε τη δεκαετία του ‘80 σε μια κοινωνία η οποία επούλωνε τις πληγές της από ένα δύσκολο παρελθόν, μην ξεχνάμε ότι η χούντα ήταν μόλις ούτε μια δεκαετία πριν. Οπότε οι άνθρωποι που οδηγούσαν την κοινωνία ήταν άνθρωποι που είχαν ανδρωθεί με το «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» και με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Άρα ήταν φοβισμένοι, ήταν άνθρωποι που ήταν πάρα πολύ σκεπτικοί απέναντι σε οποιονδήποτε νεωτερισμό και βλέπαν τα πράγματα με μια μανιχαϊστική λογική: καλό-κακό, άσπρο-μαύρο.
Οπότε καταλαβαίνεις πως νεαρά παιδιά με πνευματικές ανησυχίες ψάχνανε να βρούνε τρόπους να πατήσουνε να δημιουργήσουν τον μικρόκοσμό τους στις παρυφές της κοινωνίας τότε. Με πολλές δυσκολίες κάποιοι από μας βρήκαμε έξοδο διαφυγής στη μουσική. Και σιγά σιγά αρχίσαμε να δημιουργούμε τη μικρή μας «φούσκα» με πόστερ στους τοίχους, με το tape-trading κλπ. Άρα ήμασταν οπαδοί, δηλαδή για μας ήταν μια ζωντανή κουλτούρα η κατάσταση αυτή και έτρεχε 24/7. Δεν ήταν κατ’ επιλογή, ήταν αποτέλεσμα της μερικής έλλειψης κοινωνικοποίησης ή των φόβων μας ή του ψυχισμού μας. ¨Ήταν μια απάντηση στη νόρμα της εποχής. Στα τέλη του 80 άρχισε να γεννιέται σιγά σιγά και αυτό που λεγόταν underground, όπου με έντονη αλληλογραφία, λίγοι άνθρωποι από κάθε χώρα ανταλλάζανε απόψεις και εμπειρίες συνειδητοποιώντας πως δεν ήταν «απολωλά πρόβατα» ή «περίεργοι» όπως τους είχε βαφτίσει η γειτονιά ή το κοινωνικό πλαίσιο, αλλά υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι στο εξωτερικό που είχαν τις ίδιες ανησυχίες ή τα ίδια μουσικά γούστα ή τις ίδιες σκέψεις και το γεγονός αυτό άρχισε να μας δίνει δύναμη σιγά σιγά. Έ, μετά πιάνεις κι ένα μουσικό όργανο στα χέρια και το ένα οδηγεί στο άλλο.

Η ελληνική ταυτότητα στον σκληρό ήχο που ανέφερες πριν ήταν προϊόν όλης αυτής της δοκιμασίας. Και δεν είναι τυχαίο ότι όσο ανακαλύπταμε ότι είμαστε φυσιολογικοί άνθρωποι κι όχι τίποτα τελευταίοι, όπως το κοινωνικό σύνολο ήθελα να μας παρουσιάζει, άρχισε να μας κάνει να νιώθουμε πιο σίγουροι για τον εαυτό μας, να αποκτούμε αυτοπεποίθηση. Αυτό στη νεαρή σχολική ηλικία όταν δεν έχεις ακόμα ολοκληρώσει την προσωπικότητά σου και δεν έχεις τις εμπειρίες για να συγκροτήσεις μια ώριμη αντιμετώπιση απέναντι στα πράγματα, οδηγεί ξέρεις και στο θράσος. Λοιπόν, αυτό το θράσος είναι που γέννησε την ελληνική σκηνή, την οποία γνωρίζουμε σήμερα και πολύς κόσμος αρέσκεται να ακούει και να υποστηρίζει γιατί δημιουργήσαμε κάτι βιωματικό που ήρθε από το πουθενά και έγινε εξ’ απαλών ονύχων. Δεν υπήρχε πριν. Δεν είχε καμία σχέση με τους πολύ καλούς μουσικούς που παίζανε heavy metal τη δεκαετία του ‘70 και του ‘80 στην Ελλάδα. Όλοι αυτοί ήταν εγκλωβισμένοι στο να παίζουν όπως τα είδωλά τους. Έχω πει πολλές φορές ότι είχαμε τότε τους Έλληνες Accept, τους Έλληνες Deep Purple, τον Έλληνα Dio είχαμε δηλαδή καλούς μουσικούς, οι οποίοι όμως δεν είχαν το θράσος να ξεπεράσουν τα είδωλά τους και να προσφέρουν κάτι καινούριο. Παίζανε ακριβώς ό,τι ακούγανε. Γιατί το κάναν αυτό; Γιατί μπορούσανε! Εμείς δεν μπορούσαμε. Εμείς δεν μπορούσαμε να παίξουμε ούτε καν διασκευή τι συζητάμε τώρα…
Αλλά παρ’ όλ’ αυτά ήταν τέτοια η ένταση του να καταθέσεις τα συναισθήματά σου μέσω αυτής της τέχνης, που σιγά σιγά αρχίζεις και παράγεις ήχους, γράφεις, πειραματίζεσαι έντονα και ένα ωραίο πρωί με τη θεά τύχη παραμάσχαλα βρίσκεις μια εταιρεία στο εξωτερικό, σου δίνει μια ευκαιρία, την αρπάζεις από τα μαλλιά και με ταπεινότητα (το θράσος το κρατάς για τη μουσική σου) δημιουργείς το πρώτο άλμπουμ που δημιουργεί μια θετικότατη πρώτη εντύπωση για την ελληνική σκηνή στην Ευρώπη κυρίως και σιγά σιγά ακολουθούν κι άλλες εταιρείες που υπογράφουν ελληνικές μπάντες και ο ελληνικός ήχος παίρνει έτσι διαστάσεις και τη θέση του στη μουσική βιβλιοθήκη των ευρωπαϊκών σκηνών για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν μια περίεργη, μοναδική, ιδιαίτερη, πρωτότυπη πρόταση. Δηλαδή δεν ακούγονταν οι Ελληνικές μπάντες ούτε σαν τους Γερμανούς, ούτε σαν τους Εγγλέζους, ούτε σαν τους Σουηδούς, ήταν κάτι διαφορετικό.

Με την απάντησή σου έχεις καλύψει την ερώτησή μου αλλά θα ήθελα να εστιάσω λίγο στη λέξη «επικινδυνότητα». Η μουσική που παράγεις σήμερα εξακολουθεί να έχει την «επικινδυνότητα» του παρελθόντος για την οποία μιλά ο Tom Warrior, ή υπάρχει αντ’ αυτής μια μεστότητα, μια συνειδητοποίηση, μια μεγαλύτερη σύνδεση με το αντικείμενο της τέχνης;

Ευθύμης: Δεν υπάρχει στοιχείο επικινδυνότητας πλέον, αυτό έχει περάσει σε άλλα μουσικά είδη όπως είναι το Hip-Hop για παράδειγμα, όπου εκεί μπορεί να φοβάσαι να πας σε συναυλία γιατί μπορεί να μη βγεις όρθιος.
Αλλά τί συμβαίνει απ’ την άλλη πλευρά:  ουσιαστικά έχει προαχθεί το metal ως ιδίωμα, ως μουσική κουλτούρα, από τους δρόμους στα σαλόνια. Έχει γίνει πλέον τέχνη. Μπορείς να το ακούς σε χαμηλή ένταση. Οι παραγωγές πλέον είναι καλογυαλισμένες, ζυγισμένες, υπάρχει άποψη, υπάρχει αρχή-μέση-τέλος κι έχει περάσει στη σφαίρα της τέχνης… Αν θέλεις λίγο να χαριτολογήσουμε ίσως και μιας «μουσειακής τέχνης», δεν ενοχλεί. Έχει φύγει όμως απ’ το δρόμο. Κι αυτό είναι μια φυσική εξέλιξη. Και είναι πολύ εύκολο να το παρατηρήσεις. Όταν βλέπεις πατεράδες και μανάδες που πολεμήσανε το οικογενειακό κατεστημένο και τον καθωσπρεπισμό της μικροαστικής κοινωνίας της δεκαετίας του ‘80 να έχουν από το χεράκι το παιδάκι τους που είναι τώρα 5-6 χρονών και φοράει μια μπλούζα με τριβόλια και διαβόλια πάνω, καταλαβαίνεις ότι πλέον αυτό είναι τέχνη κι όχι επανάσταση. «Θα πρέπει» βέβαια το παιδί όταν φτάσει στην εφηβεία να οριοθετήσει τον χώρο του και να σπρώξει τα όρια παραπέρα από εκεί που του τα έδειξε ο πατέρας του και η μητέρα.

Είχες πει σε μια συνέντευξή σου αρχές του 2000 ότι οι παλιές μπάντες της ελληνικής σκηνής έχουν να προσφέρουν πολλά ακόμα, αλλά το κύριο είναι να βγουν νέες κάτι το οποίο δεν βλέπεις να συμβαίνει στο βαθμό που θα ήθελες. Θεωρείς ότι η κατάσταση παραμένει η ίδια ακόμη και σήμερα;

Ευθύμης: Ναι γιατί επειδή η μουσική αυτή ενοποιήθηκε, δηλαδή οι μικροί θύλακες ακραίας μουσικής που υπήρχαν σε διάφορες χώρες ήρθαν όλοι πιο κοντά με αποτέλεσμα αθροιστικά πλέον ή πολλαπλασιαστικά αν θες, να δημιουργήσουν μια σκηνή η οποία γέννησε τα μεγάλα φεστιβάλ, τα μεγάλα merchandise items κλπ. Με αποτέλεσμα να διέπεται από τις εμπορικές αρχές, το marketing, το promotion που κάποτε δεν υπήρχαν για να δημιουργήσουν ακόμη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία. Υπήρχε και παλιότερα αυτός ο παράγοντας αλλά όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό. Δηλαδή παλιότερα ο στόχος μας ήταν να ανακαλύψουμε μπάντες ως πιτσιρίκια που δεν τις ήξερε ο διπλανός μας στο σχολείο και να πάρουμε και το ντέμο τους. Μεγάλη μαγκιά αυτή. Τώρα μεγάλη μαγκιά είναι να ακολουθείς μια μπάντα η οποία έχει εκατομμύρια followers. Έχουν αλλάξει τα πράγματα.
Δεν νομίζω ότι η ελληνική σκηνή έχει κάνει κάτι φοβερό και τρομερό από την δεκαετία του ’90 που έκανε το μεγάλο μπαμ. Και πρόσεξε, δεν θα το δούμε με μία μπάντα και δεν θα το δούμε μόνο από μπάντες. Να πούμε και κάτι που ίσως ο κόσμος δεν το ξέρει, τη δεκαετία του ’90 δεν ήταν μια και δύο και τρεις μπάντες που «φέραν την άνοιξη». Ο καθένας έκανε ένα contribution. Και αυτό δεν είναι μόνο άμεσο είναι και έμμεσο. Μπορεί οι NIGHTFALL να βρήκαν τότε το συμβόλαιο με την Holy Records, αλλά το γεγονός αυτό το συζητούσα με την παρέα μου, κάναμε πρόβες μαζί, δοκιμές μαζί. Και τον θαυμασμό του κοινού στις πάντες δεν μπορείς να τον μετρήσεις για να ξέρεις τι επιρροή είχε στους καλλιτέχνες και πόσο ρόλο έπαιξε. Αν δεν σε αγκαλιάσει η γειτονιά σου, η χώρα σου όσο υποστήριξη και να έχεις από μακριά δεν αρκεί.

Την ίδια στιγμή πάντως νιώθω ότι έχει υπάρξει μια αναβίωση του Underground τα τελευταία χρόνια με την έννοια ότι βλέπω κόσμο της ηλικίας μου και νεότερο (εγώ είμαι 40), να ξαναμπαίνει στη διαδικασία να ψάχνει μέσω bandcamp μικρότερες μπάντες, να ψάχνει τη μουσική πρόταση, να ψάχνει το ιδιαίτερο, να μπαίνει στη διαδικασία να αγοράσει φυσικό προϊόν την εποχή της κυριαρχίας της ψηφιακής πλατφόρμας ως επιβράβευση στον καλλιτέχνη. Αυτό εμένα μου φέρνει στο μυαλό μια παλαιότερη κατάσταση.

Ευθύμης: Κοίταξε να δεις εγώ αυτή την τάση την αποκωδικοποιώ κάνοντάς σου μια αναλογία με τον τουρισμό: εκεί όπου υπήρχαν μόνο μικρά και πρόχειρα καταλύματα μετά ήρθαν τα τεράστια και luxurious ξενοδοχεία που δίναν πακέτα σε συμφέρουσες τιμές και μετά ο κόσμος επειδή κάπου κουράστηκε πήγε προς τα boutique hotels τα οποία είναι μικρά, προσφέρουν tailor made υπηρεσίες και ικανοποιούν και τα πιο ιδιαίτερα γούστα. Δεν θα έλεγα όμως ότι αυτά έχουν πολλά να κάνουν με τα παραπήγματα της πρώτης περιόδου. Με το δωμάτιο που το χειμώνα έμενε η γιαγιά και το καλοκαίρι το νοίκιαζε και δεν σε ένοιαζε καν γιατί το μόνο που ήθελες ήταν να είσαι στο νησί και στην παραλία. Θεωρώ δηλαδή ότι αυτή η αναβίωση που συζητάμε έχει να κάνει και λίγο με μόδα, να δούμε και κάτι πιο ψαγμένο. Αλλά δε με ενδιαφέρει η μπάντα να είναι ψαγμένη, αλλά περισσότερο εγώ να είμαι ψαγμένος. Κι όπως στην βιβλιοθήκη μου έχω κάποια ψαγμένα βιβλία, να έχω και κάποιους ψαγμένους δίσκους. Είναι φρέσκα πράγματα όλα αυτά θα μας πει το μέλλον τι είναι.
Πάντως βλέπω προσπάθειες να βγουν παραέξω νέες μπάντες, να αγγίξουν κάποιο όνειρο που δεν ξέρω ποιο ακριβώς είναι. Σε εμάς δεν υπήρχε όνειρο επιτυχίας, υπήρχε όνειρο επικοινωνίας. Δηλαδή να καταλάβουμε ότι είμασταν νορμάλ άτομα, γιατί είμασταν προβληματικοί νέοι που εξελιχθήκαμε σε προβληματισμένους ανθρώπους. Το θέμα μας ήταν καθαρά υπαρξιακό.

Προετοιμαζόμενος για την κουβέντα κι ερευνώντας στο ίντερνετ, είδα ότι ειδικά στη Γαλλία είστε ιδιαίτερα αγαπητοί. Ωστόσο 8 στις 10 κριτικές έθεταν ως μέτρο σύγκρισης για οποιαδήποτε κυκλοφορία των NIGHTFALL το Athenian Echoes. Σε ενοχλεί καθόλου αυτή η «εμμονή» με το συγκεκριμένο άλμπουμ;

Ευθύμης: Όχι καθόλου, προς θεού τι λες τώρα.

Θεωρείς ότι εκείνο το άλμπουμ είναι δικαίως ένα σημείο αναφοράς και για τη σκηνή αλλά και για σένα προσωπικά ως δημιουργό;

Ευθύμης: Θα σου πω το εξής: Το «Athenian Echoes» όταν βγήκε δεν δημιούργησε τόσο «ντόρο» όσο όταν βγήκε το «Lesbian Show». Δηλαδή είναι λες και το ένα συμπληρώνει το άλλο. Η μπάντα ακολουθούσε τότε τις τάσεις των καιρών, μην το ακούσεις αυτό λάθος, δεν ήταν οι τάσεις που δημιουργούνταν κι εμείς πηγαίναμε από πίσω, ήταν η Ευρωπαϊκή σκηνή που τη δεκαετία του ’90 ψαχνόταν συνεχώς. Οι NIGHTFALL γεννήθηκαν μαζί με πολλές άλλες μπάντες που όλες μαζί γεννήσανε και στηρίξανε τον Ευρωπαϊκό ήχο. Ως αποτέλεσμα δίναμε κάτι λίγο και παίρναμε πολλά όπως όλες οι μπάντες.
Μες στα πλαίσια αυτά εμείς δοκιμάζαμε νέες τεχνικές, αλλάζαμε ιδέες, προσπαθούσαμε να εξελίξουμε τον ήχο μας. Δεν σκεφτόμασταν εμπορικά. Ξέρεις στην αγορά όταν βγάζεις ένα προϊόν το πρώτο πράγμα που πρέπει να φτιάξεις είναι το brand name. Αυτά είναι βασικές αρχές του marketing. Όταν το φτιάξεις μετά αρχίζεις και «χτίζεις». Αυτό είναι κάτι που οι ξένες μπάντες το ξέρανε και το κάνανε συνεχώς. Εμείς είμασταν «ελευθέρας βοσκής» τελείως, τρέχαμε δεξιά κι αριστερά σαν τα ακέφαλα κοτόπουλα όπου μας πήγαινε το ένστικτο.
Οπότε είμασταν αληθινοί όσον αφορά στο intention, στη διάθεση και την προσέγγισή μας, αλλά δύσκολοι στο να μας καταλάβει ο εκάστοτε φαν της σκηνής ιδίως αν είναι νεαρός. Γιατί κακά τα ψέματα σήμερα υπάρχει κόσμος που θέλει να αγοράζει νέα albums και τους ενδιαφέρει το κάθε άλμπουμ της οποιασδήποτε μπάντας να ακούγεται διαφορετικό από το προηγούμενο, αλλά τα παλιά χρόνια που δεν υπήρχε πλειάδα μουσικών στη σκηνή και που υπήρχε κι αυτό το στερεότυπο στη metal μουσική όπου ήθελες να ακούσεις κάτι για να ξεδώσεις ας πούμε, σε ενοχλούσε κάπως όταν ένα άλμπουμ έβγαινε και ήταν διαφορετικό από το προηγούμενο. Ήθελες τα λεφτά σου να πιάσουνε τόπο και ήθελες όταν ήταν να αγοράσεις τη διασκέδασή σου να ξέρεις από πριν πως θα είναι.
‘Όταν λοιπόν βγήκε το «Athenian Echoes» δεν είχε κάνει αυτόν τον ντόρο, όταν βγήκε όμως το «Lesbian Show» ξαφνικά λες και δημιουργήθηκε ένα αντίπαλο δέος κι από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησαν «α, όχι αυτό» «α, όχι εκείνο», οι θιασώτες του μεν και του δε. Ξεκίνησε η ιστορία με το «Athenian…» το αναφέρανε κάποιοι μια, δυο, τρεις φορές και μετά ρόπιασε η κατάσταση. Θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν στη θέση του το «Maccabre Sunsets». Έχω ακούσει κόσμο να λέει πολύ καλά πράγματα γι’ αυτό σήμερα και να πηγαίνει η κυκλοφορία σε μονοπάτια που δεν τα είχα καν σκεφτεί τότε. Οπότε προφανώς το θεωρώ κάτι πολύ όμορφο το να κάνουν τέτοιες συγκρίσεις όσο παλιές και να ‘ναι. Και να προσφέρουν ακόμα αυτά τα παλιά άλμπουμ τροφή για σκέψη και κουβέντα.

Έρχεστε τώρα με νέο lineup, νέα εταιρεία, οχτώ χρόνια μετά το «Cassiopeia». Πες μου λίγο γι’ αυτό το μεσοδιάστημα. Ήταν το καύσιμο για το «At Night We Prey»;

Ευθύμης: Πιθανόν. Κοίταξε να δεις όπως είπα, εμείς δεν παράγουμε μουσική εν είδη βιομηχανίας που παράγει ένα προϊόν και το πουλάει. Εμείς καταθέτουμε τις ανησυχίες και τους φόβους μας. Που σημαίνει πως υπάρχουν στιγμές που νιώθεις γεμάτος κι αυτό το πράγμα ξεχειλίζει κι αρπάζεις την ευκαιρία και το καταθέτεις. Υπάρχουν και στιγμές που είσαι ζεν, δεν έχεις κάτι να πεις, οπότε παραμένεις σιωπηλός με σεβασμό στο χρόνο και τη διάθεση των άλλων που νιώθουν κάπως και θέλουν να καταθέσουν τις δικές τους απόψεις. Και υπάρχουν και φορές που είσαι απών. Με την έννοια ότι είσαι χαλασμένος, στραπατσαρισμένος, κουρασμένος, δεν μπορείς να ορθώσεις ανάστημα. Τα τελευταία οχτώ χρόνια προσωπικά ήμουν κάπως έτσι. Έχασα τη μητέρα μου μετά από μάχη με διαβήτη τύπου Α και έγινα πατέρας του πατέρα μου, ο οποίος είχε έξαρση της νόσου του Πάρκινσον και τον οποίο έχασα πρόσφατα. Συνέβαιναν κι όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, τα ξέρεις, ήταν μια κατάσταση πολύ δύσκολη εγώ τότε ένιωσα αδύναμος, ζήτησα βοήθεια και έμαθα τα της καταθλίψεως. Η γνώση αυτή εμφανίστηκε σαν ουράνιο τόξο ύστερα από μια γερή βροχόπτωση που κρατούσε για πολύ καιρό.
Η ερώτηση όμως που έκανα στον εαυτό μου όταν ανακάλυψα την κατάσταση αυτή, και αυτός είναι ο λόγος που βγήκε το «At Night We Prey», ήταν γιατί δεν το είχα κάνει νωρίτερα στη ζωή μου, γιατί ενώ έβλεπα τα σημάδια τα βάφτιζα κάτι άλλο κάθε φορά. Το αποτέλεσμα ήταν να ζω τη ζωή μου έχοντας συνεχώς μια ανοιχτή πληγή. Γιατί όμως δεν αντιμετώπισα την κατάσταση νωρίτερα;
Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όντας γαλουχημένος τη δεκαετία του 80 από ανθρώπους με διαφορετικές εμπειρίες από μένα, μου περάσανε την άποψη ότι τα ψυχικά νοσήματα είναι καλύτερα να τα κρατάς για τον εαυτό σου. Ότι η κοινωνία δεν έχει levels σε ότι αφορά το ποιος είναι νορμάλ και ποιος όχι. Έχει μόνο μια κατηγορία: το «νορμάλ». Είμαστε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία γεμάτη στερεότυπα που ταλάνιζαν το μυαλό μου από την εποχή του «Lesbian Show» ακόμα. Ας θυμηθούμε ότι ήρθε η στιγμή να βγούμε μπροστά και να ξεπεράσουμε αυτά τα στερεότυπα που μας τα έμαθαν οι προηγούμενες γενιές.
Δεν θα σε στιγματίσει κάποιος, δε θα σε βγάλουνε εκτός ομάδας, παρέας, οικογένειας επειδή παλεύεις με κάποιους δαίμονες μέσα σου. Συνέβαινε και συμβαίνει στον άνθρωπο αυτή η κατάσταση. Άρα καιρός να πάμε λίγο πιο πέρα, καιρός να το αντιμετωπίσουμε στα ίσια. Έχουμε την υποχρέωση και την ευθύνη να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο για τις επόμενες γενιές. Αυτό το είδα ως αποστολή και ένιωσα καλά και είναι και ο λόγος που είπα ναι στο κάλεσμα του Μιχάλη (Galiatsos) το 2017 ενώ κάναμε περιοδεία με τους THE SLAYERKING τότε, να επανενεργοποιήσουμε τους NIGHTFALL.

Κάτι που παρατήρησα σε σχέση με το νέο άλμπουμ είναι ότι παρότι το υλικό είναι μουσικά πολυδιάστατο υπάρχει ένας συνδετικό νήμα ή ένας ισχυρός νοηματικός πυρήνας από την αρχή ως το τέλος της δουλειάς αυτής. Είναι πιο minimal από το «Cassiopeia», πιο συναισθηματικό, πιο ξεκάθαρο, πιο in your face. Έχει να κάνει με το μήνυμα; Έκατσες και είπες θέλω να πω 1, 2, 3 πράγματα και αυτά είναι;

Ευθύμης: Ναι, αυτή τη φορά ήτανε άμεσο. Ίσως έχει να κάνει με την ωριμότητα, με την ηλικία. Ίσως έχει να κάνει με αυτό το τεράστιο θέμα που είναι πολύ μεγαλύτερο από μένα. Δηλαδή πλέον δεν μιλάμε για μύχιους φόβους, μιλάμε για έναν φόβο ο οποίος υπάρχει πάνω από τις δυτικές κοινωνίες σαν ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο. Πολύς κόσμος πάσχει από τέτοιες καταστάσεις, δεν είναι κάτι καινούριο, είναι παλιό.
Για παράδειγμα το τραγούδι «Giants of Anger» είναι εμπνευσμένο από τη ζωή του Βίλχελμ του Β’, τελευταίου Κάιζερ της Γερμανικής αυτοκρατορίας, του οποίου τον ώμο κατέστρεψαν οι γιατροί κατά τη γέννησή του. Θεωρούντο λοιπόν ανάπηρος και ήταν πολύ μεγάλο ζήτημα για την κοινωνία της εποχής το πως ένας αυτοκράτορας μπορούσε να είναι ανάπηρος. Ήταν απαράδεκτο. Ο ίδιος είχε μεγάλα συμπλέγματα, δύσκολη σχέση με το οικογενειακό του περιβάλλον και την αριστοκρατία της εποχής και ύστερα από μεγάλες συγκρούσεις οδήγησε την Γερμανία στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Θέλω να δείξω με όλα αυτά ότι διαταραχές όπως η κατάθλιψη δεν αφορούν συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, αφορά τους πάντες. Δεν έχει τάξη, φύλλο, ράτσα. Αφορά άπαντες οριζοντίως.  
Βλέπεις, όταν μιλάς με κόσμο στην πόλη ή στην ύπαιθρο πως η πρώτη αντίδραση σε σχέση με τα ψυχικά νοσήματα είναι η άρνηση. Θα σου πουν «ποιος ψυχολόγος και ψυχίατρος εδώ είμαστε όλοι μια χαρά». Αλλά μόλις χτυπήσει κανείς το πόδι του θα πάει στον ορθοπεδικό. Γιατί πας στον ορθοπεδικό και δεν πας σε έναν ψυχίατρο όταν νιώθεις ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι κάτι συμβαίνει;
Είναι δύσκολο αλλά πρέπει να το αποδεχθούμε, πρέπει να αποκωδικοποιήσουμε το μυαλό μας κοιτάζοντας στον καθρέφτη. Οι προηγούμενες γενιές δεν μπορούσαν να το κάνουν. Εμείς δυσκολευόμαστε αλλά πρέπει να γίνει για τις νέες γενιές, ειδικά γι’ αυτή των millennials που είναι η γενιά με τις λιγότερες ευκαιρίες σε σχέση με οποιαδήποτε γενιά παγκοσμίως. Καταλαβαίνεις τι στρες έχουν αυτά τα παιδιά; Ποιος θα μιλήσει με αυτά τα παιδιά; Και τι θα τους πεις; «Πήγαινε μια βόλτα, πήγαινε σε μια συναυλία να νιώσεις καλύτερα; Μίλα στους φίλους σου;» Όχι. Στον ειδικό, στον γιατρό πρέπει να μιλήσεις όταν υπάρχουν τέτοια θέματα.

Πες μου δυο λόγια για το εξώφυλλο. Είναι από τον Travis Smith που έχει κάνει πολλές και σημαντικές δουλειές στο χώρο. Η ιδέα ήταν δική σας;

Μπορείτε να διαβάσετε την δισκοκριτκή του THE GALLERY αναφορικά με το άλμπουμ “At Night We Prey” των NIGHTFALL πατώντας πάνω στο εξώφυλλο ή πατώντας ΕΔΩ.

Ευθύμης: Ό,τι έχεις δει, όλο το artistic direction στους NIGHTFALL περνάει από μένα και πάντα συνέβαινε αυτό. Στο εξώφυλλο του «At Night We Prey» ήθελα αφενός να χρησιμοποιήσω μια γυναικεία φιγούρα εν είδει προσωποποίησης της κατάθλιψης μιας και η ασθένεια είναι θηλυκού γένους στη γλώσσα μας. Βέβαια έχοντας πάρει το μάθημά μου από το «Lesbian Show», ήξερα ότι αυτό από μόνο του δεν φτάνει για το εξωτερικό. Γιατί έξω ίσως να μην καταλαβαίνουν την σύνδεση το ότι δηλαδή επειδή η κατάθλιψη είναι θηλυκού γένους μπορείς να την απεικονίσεις σε ένα γυναικείο σώμα. Οπότε υπάρχει και το δεύτερο κομμάτι, αυτό που λέει ότι από τη στιγμή που η γυναικεία φύση είναι η πηγή της ζωής, σκέψου πόσο τραγικό είναι αυτή η ίδια φύση να γυρίζει εναντίον σου και να σε ξεσκίζει.
Ήθελα λοιπόν να κάνω τη φιγούρα εν κινήσει με το μαχαίρι. Να είναι ένα εξώφυλλο άσχημο. Άσχημο όπως είναι αυτή η ίδια η ασθένεια. Θα αντανακλούσε το εξώφυλλο το λόγο ύπαρξης του άλμπουμ και της θεματολογίας που το διέπει. Δεν ήθελα ένα εξώφυλλο όμορφο και καλογυαλισμένο, ώστε να το δεις σε ένα ράφι ή σε ένα ψηφιακό κατάστημα και να πεις «Α ωραίο είναι, κάτσε να δω τι είναι αυτό». Ήμουν απόλυτος σε αυτό. Το εξήγησα στον Travis με τον οποίο είχαμε ξαναδουλέψει μαζί στο «Astron Black» και είναι φοβερό το πως ο άνθρωπος έκανε deliver. Η δουλειά του illustrator είναι να αναδείξει τη θεματολογία που πραγματεύεται η μπάντα ή την ατμόσφαιρα που αυτή βγάζει. Ξέρεις, υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες εκεί έξω, αλλά λίγοι είναι αυτοί που μπορούν να «πιάσουν» το συνομιλητή μέσω γραπτού λόγου ή σύντομων κλήσεων μέσω internet. Ο Travis είναι ένας από αυτούς.

Πες μου λίγο πως δουλέψατε το νέο υλικό με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας.

Ευθύμης: Το 2017 αφού είχα χάσει δυο μήνες πριν τη μητέρα μου έκατσα κι έγραψα τους στίχους του «Agita». Όταν με πλησίασε ο Μιχάλης είπαμε να τζαμάρουμε και γράψαμε το «Agita» το κομμάτι. Την επόμενη χρονιά γράψαμε κι άλλα. Πλέον είχε ξεκινήσει η ιστορία και αποφασίσαμε να κυκλοφορήσουμε ένα άλμπουμ. Πήγαμε στο στούντιο με τον Φώτη (Benardo), ο οποίος μπήκε στην μπάντα και κάτσαμε κάτω να τα δουλέψουμε. Αλλά θυμάμαι που κάποιες από τις συναντήσεις μας γινόντουσαν αμέσως μετά από τις επισκέψεις που έκανα τον πατέρα μου στον νευρολόγο του. Οπότε ερχόμουν κι ήμουν διαλυμένος.
Θυμάμαι να κάθομαι σε μια συγκεκριμένη πολυθρόνα στο home studio του Φώτη να παίρνω την κιθάρα και να παίζω. Ο Φώτης καθόταν στα τύμπανα, ο Μιχάλης έπαιρνε την άλλη κιθάρα και σιγά σιγά γράψαμε κι άλλα κομμάτια. Οπότε η απόφαση πάρθηκε επιτόπου να αφήσουμε τα παλιά και να συγκεντρωθούμε σε αυτά που γράφαμε εκείνη τη στιγμή. Γιατί ήταν πιο άμεσα. Το θεώρησα πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση σαν εκείνη των THE SLAYERKING που τα κομμάτια έβγαιναν από το τζαμ αυτό καθαυτό. Οπότε προχωρήσαμε έτσι οι τρεις μας. Αργότερα ήρθε ο Κώστας ο Κυριακόπουλος και είχαμε το υλικό στα χέρια μας.
Δηλαδή σιγά σιγά όλοι μαζί συνεισφέραμε. Και είναι κάτι που πάντα συμβαίνει στους NIGHTFALL παρότι ο πολύς κόσμος πιστεύει ότι οι NIGHTFALL είμαι εγώ, η αλήθεια είναι ότι εγώ αυτό που κάνω είναι να εξασφαλίζω ότι κάθε φορά που έρχεται ένα νέο μέλος στη μπάντα θα δώσει τον καλύτερό του/της εαυτό και θα συνεισφέρει το μάξιμουμ και πέρα από αυτά που εκείνος/-η πίστευε ότι μπορεί να συνεισφέρει. Στην μπάντα συμμετέχουνε όλοι. Όλοι. Είναι όλοι ίσοι μεταξύ ίσων. Άρα και το αποτέλεσμα έχει να κάνει με τη συλλογική προσπάθεια. 
Η μπάντα έχει αλλάξει line-up 4 φορές. Κάθε φορά βλέπεις ότι υπάρχει μια διαφορετική προσέγγιση. Προφανώς και είναι λόγω του διαφορετικού line-up. Εγώ δεν πάω να τριμάρω τις άκρες και να το κάνω να μοιάζει με το προηγούμενο ή με κάτι άλλο. Δεν έχω τέτοια θέματα. Μου αρέσει ο παράγοντας έκπληξη τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή.

Μετά από τόσα χρόνια και με τη μεγάλη δισκογραφία των NIGHTFALL θα αναγνώριζες ένα αδελφό άλμπουμ του «At Night We Prey»;

Ευθύμης: Δεν μπορώ να πω κάτι τέτοιο. Το κάθε άλμπουμ αντανακλά τις καταστάσεις της περιόδου που δημιουργήθηκε. Κι όχι μόνο το τι νιώθαμε εμείς αλλά και τα vibes της κοινωνίας, του περίγυρου. ¨Όταν είχαμε λίγους δίσκους ήταν κάποιοι που λέγανε «α, οι NIGHTFALL δεν έχουνε βρει ακόμα το στυλ τους, το ψάχνουνε». Κι έλεγα παιδιά δεν είμαστε εμείς έτσι. Εμείς δεν αφήνουμε τον κόσμο να μας ακολουθήσει. Είμαστε μέρος του κόσμους και παράγουμε τέχνη ανιδιοτελή. Διασκεδάζουμε τις εντυπώσεις και προσφέρουμε εναλλακτικούς τρόπους έκφρασης, σκέψης και ανάγνωσης κάποιων πραγμάτων που ζει ο καθένας στη ζωή του. Τώρα επιτέλους μετά από τόσα albums και τόσο διαφορετικά μεταξύ τους μπορεί κάποιος να δει την ιστορία του ευρωπαϊκού ακραίου ήχου και του ελληνικού και της μπάντας βέβαια, διαλέγοντας την εποχή που η ίδια ή ο ίδιος επιθυμεί.

Συνέντευξη: Γιάννης Τζιάλλας
Επιμέλεια Εξωφύλλου: Αλέξανδρος Σουλτάτος
Σχεδιασμός και Επιμέλεια Συνέντευξης: Αλέξανδρος Σουλτάτος
Ημερομηνία: 15 Απριλίου 2021
Διαδικτυακός Σύνδεσμος: NIGHTFALL – Σελίδα Facebook
Copyright © 2021 by THEGALLERY.GR

Υγ.1. Διαβάστε την ανταπόκριση του THEGALLERY.GR απο την πρόσφατη συναυλία των NIGHTFALL στην Αθήνα, πατώντας ΕΔΩ.

Please follow and like us:

This Post Has 3 Comments

  1. Vassiliki Pantazi

    Εξαιρετική συνέντευξη Γιάννη μου, σε υπερευχαριστουμε!!!!
    Για άλλη μια φορά με έχουν αγγίξει τα λόγια του Εύθυμη, ότι κ να πω για αυτόν τον άνθρωπο λίγο είναι!!!
    Λατρεύω να τον ακούω να μιλάει για το πως δούλευαν την δεκαετία του 80, έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον κ όταν μιλάει για το τώρα κ τις διαφορές… Αλλά δεν σας κρύβω ότι αυτό που με αγγίζει είναι όταν μιλάει ανοιχτά για την κατάθλιψη κ με αυτόν τον τρόπο βοηθάει τον κόσμο να την πολεμήσει…..Το νέο άλμπουμ είναι πραγματικά εξαιρετικό!!!!!!
    Τον ευχαριστώ για τα λόγια του κ την μουσική του!!!! Έχει τον απέραντο θαυμασμό μου!!!

  2. Αντώνιος

    Δεν υπάρχει σχόλιο για τις κουβέντες του Ευθύμη. Από τότε που άκουσα απόσπασμα της συνέντευξης ζήλεψα τον Τζιαλλα που μίλησε μαζί του. Άνθρωποι σαν τον Ευθύμη θα έπρεπε να έχουν βήμα σε υπαίθρια σχολειά σε όλη την επικράτεια και να μιλάνε στον κόσμο. Αυτό λείπει σήμερα! Το έχει ανάγκη ο κόσμος και η κοινωνία μας. Το συναίσθημα που έχω ολοκληρώνοντας την ανάγνωση είναι η μη ολοκλήρωση. Νιώθω ότι έχει ειπωθεί κάτι παραπάνω, κάτι βαθύ και εγώ δεν το έχω μάθει!

  3. Φιλομένη

    Τι τρομερό λέγειν και ροή σκέψης έχει αυτός ο άνθρωπος, εκτός απ’ τη μουσική του πρωτοπορία- ιδιοφυΐα! Απολαυστικότατος, διαβάζεις και δε θες να τελειώσει! Σου μεταφέρει όλο το κλίμα και το συναίσθημα όλων των εποχών από 80’s κι εξής κι έχει απολύτως δομημένη σκέψη και οπτική ζωής.. τεράστιο respect και θερμά συγχαρητήρια στον Yiannis Tziallas για την τόσο ωραία συνέντευξη!!!! ‼️

Αφήστε μια απάντηση